23 αποτελέσματα για «藩»

はん

ουσιαστικό

  1. 01 χαν (φέουδο ενός νταϊμίο κατά την περίοδο Έντο και στις αρχές της περιόδου Μεϊτζί), φεουδαρχική επικράτεια, φέουδο, επαρχία
藩士 はんし

ουσιαστικό

  1. 01 υποτελής ενός νταϊμιό
藩主 はんしゅ

ουσιαστικό

  1. 01 φεουδάρχης, νταϊμιό
藩邸 はんてい

ουσιαστικό

  1. 01 κατοικία που διατηρούσε ένας νταϊμιό στο Έντο
藩政 はんせい

ουσιαστικό

  1. 01 διοίκηση φέουδου (κατά την περίοδο Έντο), διοίκηση φατρίας
藩中 はんちゅう

ουσιαστικό

  1. 01 εντός φεουδαρχικού κρατιδίου
藩閥 はんばつ

ουσιαστικό

  1. 01 φατριοκρατία, ευνοιοκρατία της φατρίας
藩校 はんこう

ουσιαστικό

  1. 01 χανκό, σχολείο που ιδρύθηκε από έναν νταϊμιό για την εκπαίδευση των παιδιών των υποτελών του φέουδου
藩庁 はんちょう

ουσιαστικό

  1. 01 διοικητική έδρα φεουδαρχικού κρατιδίου (κατά την πρώιμη περίοδο Μεϊτζί)
藩命 はんめい

ουσιαστικό

  1. 01 φεουδαρχικό διάταγμα, διάταγμα από νταϊμιό
藩王国 はんおうこく

ουσιαστικό

  1. 01 αυτόνομο κρατίδιο (της προ-ανεξαρτησίας Ινδίας), πριγκιπικό κρατίδιο
藩札 はんさつ

ουσιαστικό

  1. 01 χαρτονόμισμα που εκδιδόταν από φεουδαρχικό κρατίδιο (χαν)
藩王 はんおう

ουσιαστικό

  1. 01 μαχαραγιάς, ηγεμόνας, ναβάμπης
藩侯 はんこう

ουσιαστικό

  1. 01 φεουδάρχης, νταϊμιό
藩屏 はんぺい

ουσιαστικό

  1. 01 φράχτης, προμαχώνας, προστατευτικό τείχος
藩学 はんがく

ουσιαστικό

  1. 01 χάνγκακού (σχολείο που ιδρύθηκε από έναν νταϊμιό για την εκπαίδευση των παιδιών των υποτελών του φέουδου)
藩知事 はんちじ

ουσιαστικό

  1. 01 κυβερνήτης φεουδαρχικού κρατιδίου (1869-1871)
藩儒 はんじゅ

ουσιαστικό

  1. 01 κομφουκιανός λόγιος στην υπηρεσία ενός φεουδάρχη ή νταϊμιό
藩医 はんい

ουσιαστικό

  1. 01 ιατρός της περιόδου Έντο που εργαζόταν σε δημόσια κλινική
藩祖 はんそ

ουσιαστικό

  1. 01 πρόγονος φεουδάρχη
  2. 02 ιδρυτής φεουδαρχικού κρατιδίου