25 αποτελέσματα για «藪»
藪 やぶ
ουσιαστικό
- 01 θαμνότοπος, λόχμη, δάσος
- 02 κομπογιαννίτης (ιατρικός)
藪から棒に やぶからぼうに
άλλο, επίρρημα
- 01 από το πουθενά, ξαφνικά, απροειδοποίητα, απροσδόκητα
藪の中 やぶのなか
άλλο, ουσιαστικό
- 01 μυστήριο (λόγω αντικρουόμενων μαρτυριών), άγνωστος, μέσα σε δάσος
藪をつついて蛇を出す やぶをつついてへびをだす
άλλο, ρήμα
- 01 προκαλώ μπελάδες στον εαυτό μου, ξυπνάω τον διάολο (στην κυριολεξία: ξεσηκώνω το φίδι σκουντώντας τον θάμνο)
藪から棒 やぶからぼう
άλλο, ουσιαστικό
- 01 απροσδόκητο γεγονός, κεραυνός εν αιθρία, πλήρης έκπληξη
藪柑子 やぶこうじ
ουσιαστικό
- 01 γιαμπουκότζι (είδος φυτού, ardisia japonica)
藪椿 やぶつばき
ουσιαστικό
- 01 γιαμπουτσουμπάκι, άγρια καμέλια (Camellia japonica), κοινή καμέλια
藪医 やぶい
ουσιαστικό
- 01 γιατρός μαϊμού, τσαρλατάνος γιατρός
藪蕎麦 やぶそば
ουσιαστικό
- 01 γιαμπού σόμπα, πράσινα ζυμαρικά σόμπα από αλεύρι φαγόπυρου που έχει αλεστεί μαζί με το φλοιό των πράσινων καρπών του φαγόπυρου
藪にらみ やぶにらみ
ουσιαστικό
- 01 στραβισμός, αλλήθωρος
- 02 εσφαλμένη άποψη, παρερμηνεία
藪沢 そうたく
ουσιαστικό
- 01 υγρότοπος με πλούσια βλάστηση
- 02 μέρος όπου συγκεντρώνονται πράγματα
藪犬 やぶいぬ
ουσιαστικό
- 01 ιαγουαρούντι (Speothos venaticus)
藪萱草 やぶかんぞう
ουσιαστικό
- 01 γιαμπουκανζό (ποικιλία του φυτού Hemerocallis fulva), κεραμιδί κρίνος
藪蘭 やぶらん
ουσιαστικό
- 01 γιαμπουράν (Liriope muscari), λειριοόπη, συνοριακό γρασίδι, γρασίδι της μαϊμούς
藪枯らし やぶがらし
ουσιαστικό
- 01 γιαπουγκάρασι (είδος ποώδους φυτού, Καγιατρέια η ιαπωνική)
藪雨 やぶさめ
ουσιαστικό
- 01 ασιατικό τριχοουράκι (Urosphena squameiceps)
藪虱 やぶじらみ
ουσιαστικό
- 01 γιαμπουτζιράμι (ιαπωνικό φυτό της οικογένειας των Απιοειδών, επιστημονική ονομασία: Torilis japonica)
藪肉桂 やぶにっけい
ουσιαστικό
- 01 γιαμπου-νικκέι (Cinnamomum japonicum)
藪ワラビー やぶワラビー
ουσιαστικό
- 01 παντεμέλον (μικρό μαρσιποφόρο)
藪巻 やぶまき
ουσιαστικό
- 01 πλεκτή ψάθα δεμένη γύρω από φυτό για την αποτροπή ζημιάς από το βάρος του χιονιού