13 αποτελέσματα για «藻»

藻掻く もがく

ρήμα

  1. 01 παλεύω, στριφογυρίζω, σπαρταρώ, σφάδαζω
  2. 02 λειτουργώ πανικόβλητα, καταβάλλω απεγνωσμένες προσπάθειες

ουσιαστικό

  1. 01 άλγη, υδρόβιο φυτό, θαλασσινά φύκια, φακή του νερού
藻屑 もくず

ουσιαστικό

  1. 01 κομμάτια από θαλασσινά φύκια
藻類 そうるい

ουσιαστικό

  1. 01 φύκη, άλγη, υδρόβια φυτά
藻塩 もしお

ουσιαστικό

  1. 01 αλάτι από φύκια, αλάτι που παράγεται από το κάψιμο φυκιών
藻草 もぐさ

ουσιαστικό

  1. 01 υδρόβιο φυτό, φύκι, άλγη
藻場 もば

ουσιαστικό

  1. 01 λιβάδι φυκιών, δάσος φυκιών
藻屑蟹 もくずがに

ουσιαστικό

  1. 01 ιαπωνικό καβούρι με τριχωτές δαγκάνες (Eriocheir japonica)
藻塩草 もしおぐさ

ουσιαστικό

  1. 01 φύκια που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή αλατιού, ανθολογία
藻菌類 そうきんるい

ουσιαστικό

  1. 01 φυκομύκητες
藻掻き もがき

ουσιαστικό

  1. 01 πάλη, σπαρτάρισμα, ξεσπάθωμα, προσπάθεια απεγκλωβισμού
藻類学 そうるいがく

ουσιαστικό

  1. 01 φυκολογία
  1. 01 φύκι
  2. 02 φακή του νερού