4 αποτελέσματα για «蘆»

蘆荻 ろてき

ουσιαστικό

  1. 01 καλάμια, καλάμι και ασημόχορτο
蘆薈 ろかい

ουσιαστικό

  1. 01 αλόη
蘆木 ろぼく

ουσιαστικό

  1. 01 καλαμίτης
  1. 01 καλάμι
  2. 02 βούρλο