11 αποτελέσματα για «虐»

虐待 ぎゃくたい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κακομεταχείριση, κακοποίηση, σκληρή μεταχείριση, βάναυση συμπεριφορά
虐殺 ぎゃくさつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σφαγή, μακελειό
虐げる しいたげる

ρήμα

  1. 01 καταπιέζω, διώκω, τυραννώ
虐め いじめ

ουσιαστικό

  1. 01 εκφοβισμός, παρενόχληση
虐待死 ぎゃくたいし

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 θάνατος από κακοποίηση (παιδιού), κακοποίηση (παιδιού) που επιφέρει τον θάνατο
虐遇 ぎゃくぐう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κακομεταχείριση, κακοποίηση
虐待者 ぎゃくたいしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 κακοποιητής (ανθρώπου ή ζώου)
虐政 ぎゃくせい

ουσιαστικό

  1. 01 τυραννία, δεσποτισμός
虐げられた人々 しいたげられたひとびと

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 καταπιεσμένοι, καταδυναστευμένοι άνθρωποι
虐使 ぎゃくし

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εξαντλώ κάποιον με υπερβολική εργασία, καταπονώ κάποιον
  1. 01 τυραννώ
  2. 02 καταπιέζω