4 αποτελέσματα για «虜»

虜 とりこ

ουσιαστικό

  1. 01 αιχμάλωτος, φυλακισμένος
  2. 02 θύμα (του έρωτα κ.λπ.), δέσμιος (του πάθους κ.λπ.)
虜 りょ

ουσιαστικό

  1. 01 αιχμάλωτος, κρατούμενος
  2. 02 ξένος, βάρβαρος, δούλος
虜囚 りょしゅう

ουσιαστικό

  1. 01 αιχμάλωτος, αιχμάλωτος πολέμου
虜
  1. 01 αιχμάλωτος
  2. 02 βάρβαρος
  3. 03 υποτιμητικός χαρακτηρισμός για τον εχθρό