7 αποτελέσματα για «虱»

虱潰しに しらみつぶしに

επίρρημα

  1. 01 εξαντλητικά, διεξοδικά, προσεκτικά (ένα προς ένα)
しらみ

ουσιαστικό

  1. 01 ψειρίδα (κυρίως η αιμομυζητική), φθείρα
虱潰し しらみつぶし

ουσιαστικό

  1. 01 εξονυχιστική έρευνα (για λαθραία εμπορεύματα, δραπέτες, κ.λπ.), διεξοδικός έλεγχος, ενδελεχής αναζήτηση, εξονυχιστικό ψάξιμο
虱蠅 しらみばえ

ουσιαστικό

  1. 01 σιραμιμπάε (οποιαδήποτε μύγα της οικογένειας Ιπποβοσκίδες)
虱だらけ しらみだらけ

ουσιαστικό

  1. 01 ψειριασμένος, γεμάτος ψείρες
虱目魚 さばひい

ουσιαστικό

  1. 01 ψάρι γάλακτος (Chanos chanos)
  1. 01 ψείρα
  2. 02 παράσιτο