13 αποτελέσματα για «虹»
虹 にじ N2
ουσιαστικό
- 01 ουράνιο τόξο
虹色 にじいろ
ουσιαστικό
- 01 ουράνιο τόξο, πολύχρωμος
虹彩 こうさい
ουσιαστικό
- 01 ίριδα (το χρωματιστό τμήμα του ματιού)
虹彩異色症 こうさいいしょくしょう
ουσιαστικό
- 01 ετεροχρωμία της ίριδας, διαφορά στο χρώμα των ματιών
虹鱒 にじます
ουσιαστικό
- 01 ιριδίζουσα πέστροφα (Oncorhynchus mykiss)
虹梁 こうりょう
ουσιαστικό
- 01 τοξωτή δοκός που χρησιμοποιείται στην κατασκευή ναών και ιερών
虹彩炎 こうさいえん
ουσιαστικό
- 01 ιρίτιδα
虹霓 こうげい
ουσιαστικό
- 01 ουράνιο τόξο
虹彩毛様体炎 こうさいもうようたいえん
ουσιαστικό
- 01 ιριδοκυκλίτιδα
虹の橋を渡る にじのはしをわたる
άλλο, ρήμα
- 01 πεθαίνω (για κατοικίδιο), διαβαίνω τη γέφυρα του ουράνιου τόξου
虹彩認証 こうさいにんしょう
ουσιαστικό
- 01 αναγνώριση ίριδας, ταυτοποίηση ίριδας
虹技 こうぎ
ουσιαστικό
- 01 Κόγκι Κορπορέισον
虹
- 01 ουράνιο τόξο