4 αποτελέσματα για «虻»

あぶ

ουσιαστικό

  1. 01 αλογόμυγα
虻蜂 あぶはち

ουσιαστικό

  1. 01 αλογόμυγα και μέλισσα, αλογόμυγα και σφήκα
虻蜂取らず あぶはちとらず

άλλο

  1. 01 επιχειρώ δύο πράγματα ταυτόχρονα και αποτυγχάνω και στα δύο, μένω με άδεια χέρια, δεν πιάνω ούτε την αλογόμυγα ούτε τη μέλισσα
  1. 01 αλογόμυγα
  2. 02 αλογόμυγα