28 αποτελέσματα για «蛍»

ほたる

ουσιαστικό

  1. 01 πυγολαμπίδα (λουσιόλα κρουσιάτα), φωτεινό έντομο, λαμπυρίδα
蛍光灯 けいこうとう N2

ουσιαστικό

  1. 01 λαμπτήρας φθορισμού, φώτα φθορισμού
  2. 02 άτομο με αργά αντανακλαστικά, κάποιος που δεν αντιλαμβάνεται γρήγορα
蛍光 けいこう

ουσιαστικό

  1. 01 φθορισμός
蛍火 ほたるび

ουσιαστικό

  1. 01 λάμψη πυγολαμπίδας
  2. 02 σχεδόν σβησμένη φωτιά, αναμμένα κάρβουνα
蛍光色 けいこうしょく

ουσιαστικό

  1. 01 φωσφορίζον χρώμα
蛍光塗料 けいこうとりょう

ουσιαστικό

  1. 01 φωσφορίζον χρώμα
蛍光ペン けいこうペン

ουσιαστικό

  1. 01 μαρκαδόρος υπογράμμισης
蛍石 ほたるいし

ουσιαστικό

  1. 01 φθορίτης, φθοριούχος ασβεστίτης
蛍雪 けいせつ

ουσιαστικό

  1. 01 επιμέλεια στη μελέτη (π.χ. συνεχιζόμενη μελέτη παρά το λιγοστό φως που προσφέρει μια πυγολαμπίδα ή η αντανάκλαση του χιονιού), ευσυνείδητη μελέτη
蛍光管 けいこうかん

ουσιαστικό

  1. 01 φθορισμούς σωλήνας
蛍狩り ほたるがり

ουσιαστικό

  1. 01 παρατήρηση πυγολαμπίδων
  2. 02 πιάσιμο πυγολαμπίδων
蛍草 ほたるぐさ

ουσιαστικό

  1. 01 κομμελίνα
蛍光物質 けいこうぶっしつ

ουσιαστικό

  1. 01 φθορίζουσα ουσία, φωσφόρος
蛍雪の功 けいせつのこう

ουσιαστικό

  1. 01 καρπός της επιμελούς μελέτης
蛍光板 けいこうばん

ουσιαστικό

  1. 01 φθορίζουσα οθόνη
蛍烏賊 ほたるいか

ουσιαστικό

  1. 01 πυρολαμπίδα (Watasenia scintillans), ιριδίζον καλαμάρι
蛍袋 ほたるぶくろ

ουσιαστικό

  1. 01 καμπανούλα
蛍光染料 けいこうせんりょう

ουσιαστικό

  1. 01 φθορίζουσα χρωστική ουσία
蛍光インキ けいこうインキ

ουσιαστικό

  1. 01 φωσφορίζουσα μελάνη
蛍光色素 けいこうしきそ

ουσιαστικό

  1. 01 φθορίζουσα χρωστική, φθορίζουσα χρωστική ουσία, φθοριοχρώμα