4 αποτελέσματα για «蛞»

蛞蝓 ナメクジ

ουσιαστικό

  1. 01 γυμνοσάλιαγκας
蛞蝓に塩 なめくじにしお

άλλο

  1. 01 αποκαρδιωμένος, καταβεβλημένος, συρρικνωμένος (σαν γυμνοσάλιαγκας που του έριξαν αλάτι)
蛞蝓魚 なめくじうお

ουσιαστικό

  1. 01 αμφίοξος, ναμεκουτζιούο
蛞
  1. 01 είδος γυμνοσάλιαγκα