13 αποτελέσματα για «蛸»
蛸 タコ
ουσιαστικό
- 01 χταπόδι
- 02 ανόητος, ηλίθιος
蛸の足 たこのあし
ουσιαστικό
- 01 πενθόρουμ το σινικό (είδος σαξιφράγας)
蛸壺 たこつぼ
ουσιαστικό
- 01 κιούπι για χταπόδια
- 02 ατομικό οχύρωμα πεζικού, αλεπουδιά
- 03 φούσκα, ηχείο
蛸足 たこあし
άλλο, ουσιαστικό
- 01 πολύποδος, χταποδόμορφος
蛸入道 たこにゅうどう
ουσιαστικό
- 01 χταπόδι, άνθρωπος με φαλακρό ή ξυρισμένο κεφάλι
蛸船 たこぶね
ουσιαστικό
- 01 θηκοθήκη (κέλυφος) του αργοναύτη
- 02 αργοναύτης (είδος χταποδιού, Argonauta hians)
蛸烏賊 たこいか
ουσιαστικό
- 01 βορειοειρηνικός καλαμαροχταπόδος (Gonatopsis borealis)
蛸水母 たこくらげ
ουσιαστικό
- 01 τακοκουράγκε, κηλιδωτή μέδουσα (Mastigias papua), μέδουσα της λιμνοθάλασσας, χρυσή μέδουσα, μέδουσα της Παπούα
蛸坊主 たこぼうず
ουσιαστικό
- 01 άντρας με φαλακρό ή ξυρισμένο κεφάλι
蛸配当 たこはいとう
ουσιαστικό
- 01 εικονικό μέρισμα (μέρισμα που καταβάλλεται από το κεφάλαιο της εταιρείας και όχι από τα κέρδη)
蛸引き たこひき
ουσιαστικό
- 01 μακρύ, λεπτόλαμο μαχαίρι που χρησιμοποιείται για την προετοιμασία σασίμι
蛸の枕 タコノマクラ
ουσιαστικό
- 01 ιαπωνικό αχινόστρακο (Clypeaster japonicus)
蛸
- 01 χταπόδι