27 αποτελέσματα για «蜂»

はち

ουσιαστικό

  1. 01 μέλισσα, σφήκα, σερσέκι
蜂蜜 はちみつ N1

ουσιαστικό

  1. 01 μέλι
蜂の巣 はちのす

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 κυψέλη, μελίσσι, κηρήθρα
  2. 02 κάτι γεμάτο τρύπες, ελβετικό τυρί
  3. 03 εχίνος βοοειδούς, πατσάς κηρήθρα, τοίχωμα του δεύτερου στομάχου της αγελάδας
  4. 04 καλούπι διαμόρφωσης μετάλλου
蜂起 ほうき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εξέγερση, επανάσταση
蜂蜜色 はちみついろ

ουσιαστικό

  1. 01 χρώμα του μελιού (χρώμα), μελί
蜂蜜酒 はちみつしゅ

ουσιαστικό

  1. 01 υδρόμελι, κρασί από μέλι
蜂蜜入り はちみついり

ουσιαστικό

  1. 01 που περιέχει μέλι
蜂の子 はちのこ

ουσιαστικό

  1. 01 προνύμφη σφήκας (ειδικότερα του είδους Vespula flaviceps· χρησιμοποιείται ως τροφή), προνύμφη μέλισσας, προνύμφη αγριομέλισσας
蜂巣 はちす

ουσιαστικό

  1. 01 κυψέλη, μελίσσι
蜂雀 はちすずめ

ουσιαστικό

  1. 01 κολιμπρί (οικογένεια Τροχιλίδες)
蜂鳥 はちどり

ουσιαστικό

  1. 01 κολιμπρί (οικογένεια Trochilidae)
蜂窩織炎 ほうかしきえん

ουσιαστικό

  1. 01 κυτταρίτιδα, φλεγμονή
蜂巣炎 ほうそうえん

ουσιαστικό

  1. 01 κυτταρίτιδα
蜂屋柿 はちやがき

ουσιαστικό

  1. 01 χατσίγια (ποικιλία στυφού ιαπωνικού λωτού)
蜂窩 ほうか

ουσιαστικό

  1. 01 κυψέλη, μελίσσι, κηρήθρα
蜂食 ハチクイ

ουσιαστικό

  1. 01 μεροπας ο διακοσμημένος (Merops ornatus)
蜂ろう はちろう

ουσιαστικό

  1. 01 μελισσοκέρι
蜂熊 はちくま

ουσιαστικό

  1. 01 απιδιάρης (Pernis ptilorhynchus), ανατολικός απιδιάρης, πέρνης
蜂群崩壊症候群 ほうぐんほうかいしょうこうぐん

ουσιαστικό

  1. 01 σύνδρομο κατάρρευσης της αποικίας, σύνδρομο εξαφάνισης των μελισσών
蜂の巣胃 はちのすい

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 δικτυωτό στομάχι