28 αποτελέσματα για «蜜»

みつ

ουσιαστικό

  1. 01 νέκταρ
  2. 02 μέλι
  3. 03 μελίτωμα
  4. 04 μελάσα, σιρόπι
  5. 05 σορβιτόλη (όταν εμφανίζεται ως σκούρα στίγματα στο εσωτερικό ενός μήλου)
蜜柑 みかん

ουσιαστικό

  1. 01 μανταρίνι (ιδιαίτερα το μανταρίνι satsuma (Citrus unshiu)), μανταρινιά, κλημεντίνη
  2. 02 εσπεριδοειδές (γένος Citrus)
蜜月 みつげつ

ουσιαστικό

  1. 01 μήνας του μέλιτος
  2. 02 βρίσκομαι σε στενή σχέση, περίοδος του μέλιτος
蜜蜂 ミツバチ

ουσιαστικό

  1. 01 μελισσόχορτο (γένος Apis), μέλισσα
蜜壺 みつつぼ

ουσιαστικό

  1. 01 γυναικεία γεννητικά όργανα
蜜蝋 みつろう

ουσιαστικό

  1. 01 μελισσοκέρι
蜜色 みついろ

ουσιαστικό

  1. 01 χρώμα του μελιού, μελί
蜜漬け みつづけ

ουσιαστικό

  1. 01 εμβάπτιση σε μέλι, εμβάπτιση σε σιρόπι, ξηροί καρποί, φρούτα κ.λπ. εμβαπτισμένα σε μέλι ή σιρόπι
蜜月旅行 みつげつりょこう

ουσιαστικό

  1. 01 ταξίδι του μέλιτος
蜜柑畑 みかんばたけ

ουσιαστικό

  1. 01 φυτεία μανταρινιών
蜜月時代 みつげつじだい

ουσιαστικό

  1. 01 περίοδος μέλιτος (για παράδειγμα, μεταξύ δύο χωρών)
蜜源植物 みつげんしょくぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 μελιτοφόρο φυτό, φυτό πηγής μελιού
蜜語 みつご

ουσιαστικό

  1. 01 γλυκόλογα, ερωτικά ψιθυρίσματα
蜜腺 みつせん

ουσιαστικό

  1. 01 αδένας νέκταρος, εκκριτικός αδένας ανθέων
蜜教 みつおしえ

ουσιαστικό

  1. 01 ειδοποιός, πτηνό της οικογένειας Indicatoridae
蜜吸い みつすい

ουσιαστικό

  1. 01 μελιτοφάγος (οποιοδήποτε από τα ωδικά πτηνά της Αυστραλασίας με μακριά γλώσσα, ειδικά ο μελιτοφάγος ο καρδινάλιος, Myzomela cardinalis)
蜜穴熊 みつあなぐま

ουσιαστικό

  1. 01 μελιτοφάγος ασβός (Mellivora capensis)
蜜蓋 みつがい

ουσιαστικό

  1. 01 κηρήθρα (είδος κεριού μέλισσας, μελισσοκομία)
蜜柑小実蠅 みかんこみばえ

ουσιαστικό

  1. 01 ανατολική μύγα των φρούτων (Bactrocera dorsalis)
蜜蓋掻き器 みつがいかきき

ουσιαστικό

  1. 01 εργαλείο απολεπισμού κηρηθρών (μελισσοκομία)