2 αποτελέσματα για «蝕»

蝕む むしばむ

ρήμα

  1. 01 σκουληκιάζω, τρώγομαι από σκουλήκια
  2. 02 επηρεάζω δυσμενώς, καταστρέφω, φθείρω, υποσκάπτω, κατατρώω (την καρδιά, το σώμα κ.λπ.), διαβρώνω, εξολοθρεύω
蝕
  1. 01 έκλειψη
  2. 02 απόκρυψη
  3. 03 είμαι ελαττωματικός