39 αποτελέσματα για «蝦»
蝦夷 えみし
ουσιαστικό
- 01 Εμίσι, Έζο, οι μη Γιαμάτο λαοί στη βόρεια Ιαπωνία
- 02 Γιέζο, Χοκάιντο, Σαχαλίνη και Νησιά Κουρίλες
蝦夷地 えぞち
ουσιαστικό
- 01 Έζοτσι (βόρειο τμήμα της Ιαπωνίας κατά την περίοδο Μέιτζι, ειδικότερα το Χοκάιντο, αλλά και η Σαχαλίνη και οι Κουρίλες νήσοι)
- 02 περιοχή των Άινο κατά την περίοδο Έντο (σε αντιδιαστολή με τους Ιάπωνες) που αποτελούσε το μεγαλύτερο μέρος του Χοκάιντο
蝦蛄 しゃこ
ουσιαστικό
- 01 στοματόποδο (οποιοδήποτε θαλάσσιο καρκινοειδές της τάξης των Στοματοπόδων, ειδικά το είδος Oratosquilla oratoria), αστακός-αλογάκι της Παναγίας
蝦夷菊 えぞぎく
ουσιαστικό
- 01 καλλίστεφος (Callistephus chinensis), κινεζικός άστερας, ετήσιος άστερας
蝦夷松 えぞまつ
ουσιαστικό
- 01 εζομάτσου, είδος ερυθρελάτης της περιοχής Γιεζό (Picea jezoensis)
蝦夷蝉 えぞぜみ
ουσιαστικό
- 01 εζοζέμι (είδος τζιτζικιού)
蝦夷栗鼠 えぞりす
ουσιαστικό
- 01 ασιατικός σκίουρος του Χοκάιντο (υποείδος του ευρασιατικού σκίουρου, Sciurus vulgaris orientis)
蝦夷鹿 えぞしか
ουσιαστικό
- 01 εζοσίκας (είδος ελαφιού της νήσου Χοκάιντο), ελάφι του Γέζο
蝦夷羆 えぞひぐま
ουσιαστικό
- 01 καφέ αρκούδα του Χοκάιντο (Ursus arctos yesoensis)
蝦蔓 えびづる
ουσιαστικό
- 01 Vitis ficifolia (είδος αμπέλου)
蝦夷狼 えぞおおかみ
ουσιαστικό
- 01 λύκος του Χοκάιντο (Canis lupus hattai, εξαφανισμένο είδος)
蝦夷山桜 えぞやまざくら
ουσιαστικό
- 01 κερασιά Σάρτζεντ (Προύνος η σαρτζέντιος)
蝦蛄葉サボテン シャコバサボテン
ουσιαστικό
- 01 σακομπασαμποτέν (σλουμπεργκέγκα η κολοβή), κάκτος-κάβουρας
蝦蟇腫 がましゅ
ουσιαστικό
- 01 βατραχίδιο (κύστη κάτω από τη γλώσσα)
蝦夷五加 えぞうこぎ
ουσιαστικό
- 01 σιβηρικό τζίνσενγκ (Eleutherococcus senticosus), ελευθερόκοκκος, τσιγουτζιά
蝦夷黄菅 えぞきすげ
ουσιαστικό
- 01 έζο-κισούγκε (Hemerocallis lilioasphodelus, παλαιότερα Hemerocallis flava), κίτρινος κρίνος, κίτρινος ημεροκάλλης
蝦夷鼯鼠 えぞももんが
ουσιαστικό
- 01 έζο μομόνγκα (υποείδος της σιβηρικής ιπτάμενης σκίουρου, ενδημικό στο Χοκάιντο)
蝦夷菫 えぞすみれ
ουσιαστικό
- 01 έζο-σουμιρέ (είδος ιώδους φυτού της οικογένειας Βιοειδή)
蝦夷雷鳥 えぞらいちょう
ουσιαστικό
- 01 εζοραϊτσό (είδος αγριόκουρκου, Bonasa bonasia)
蝦腰 えびごし
ουσιαστικό
- 01 εμπισμένος (λόγω γήρατος), καμπουριασμένος