23 αποτελέσματα για «蝶»

ちょう N1

ουσιαστικό

  1. 01 πεταλούδα
蝶々 ちょうちょう

ουσιαστικό

  1. 01 πεταλούδα
蝶番 ちょうつがい

ουσιαστικό

  1. 01 μεντεσές
  2. 02 άρθρωση (ειδικότερα ανατομική άρθρωση)
蝶ネクタイ ちょうネクタイ

ουσιαστικό

  1. 01 παπιγιόν
蝶よ花よ ちょうよはなよ

άλλο, επίρρημα

  1. 01 ανατρέφω (την κόρη μου) με περίσσια στοργή και προστασία, σαν να είναι πριγκίπισσα
蝶結び ちょうむすび

ουσιαστικό

  1. 01 φιόγκος, κόμπος με θηλιές
蝶形骨 ちょうけいこつ

ουσιαστικό

  1. 01 σφηνοειδές οστό (του κρανίου)
蝶鮫 ちょうざめ

ουσιαστικό

  1. 01 οξύρρυγχος (ιδίως ο πράσινος οξύρρυγχος, Acipenser medirostris)
蝶貝 ちょうがい

ουσιαστικό

  1. 01 μαργαριτοφόρο στρείδι με ασημένια χείλη (Pinctada maxima), μαργαριτοφόρο στρείδι με χρυσά χείλη, μαργαριτοφόρο στρείδι με λευκά χείλη
蝶々夫人 ちょうちょうふじん

ουσιαστικό

  1. 01 Μαντάμα Μπατερφλάι (όπερα του Πουτσίνι), κυρία Μπατερφλάι
蝶形 ちょうがた

ουσιαστικό

  1. 01 πεταλοειδής, σε σχήμα πεταλούδας
蝶道 ちょうどう

ουσιαστικό

  1. 01 διαδρομή πτήσης πεταλούδας
蝶々魚 チョウチョウウオ

ουσιαστικό

  1. 01 ασιατικό πεταλουδόψαρο (Chaetodon auripes)
蝶斑 ちょうはん

ουσιαστικό

  1. 01 χετοδόντας ο σεληνοειδής
蝶形弁 ちょうがたべん

ουσιαστικό

  1. 01 πεταλούδα
蝶豆 ちょうまめ

ουσιαστικό

  1. 01 τσουμάμε (κλιτόρια η τερνάτειος), ασιατική πτεροπτέρυγα
蝶蝿 ちょうばえ

ουσιαστικό

  1. 01 ψυχοδίδη (είδος μικρού δίπτερου εντόμου), σκνίπα
蝶々結び ちょうちょむすび

ουσιαστικό

  1. 01 φιόγκος, θηλιά
蝶ネジ ちょうねじ

ουσιαστικό

  1. 01 πεταλούδα (τύπος παξιμαδιού), βίδα με αυτιά
蝶のように舞い、蜂のように刺す ちょうのようにまいはちのようにさす

άλλο, ρήμα

  1. 01 πετά σαν πεταλούδα, κεντά σαν μέλισσα