18 αποτελέσματα για «螺»

螺子 ネジ

ουσιαστικό

  1. 01 βίδα
  2. 02 κουρδιστήρι (ρολογιού), ελατήριο
螺旋 らせん

ουσιαστικό

  1. 01 έλικα, σπείρα
  2. 02 κοχλίας, βίδα
螺旋階段 らせんかいだん

ουσιαστικό

  1. 01 ελικοειδής σκάλα
螺旋状 らせんじょう

ουσιαστικό

  1. 01 ελικοειδής, σπειροειδής
螺子 らし

ουσιαστικό

  1. 01 βίδα
にし

ουσιαστικό

  1. 01 μικρό σαλιγκάρι με σπειροειδές κέλυφος, σπειροειδές οστρακοειδές
螺鈿 らでん

ουσιαστικό

  1. 01 φίλντισι, μάλαμο
螺鈿細工 らでんざいく

ουσιαστικό

  1. 01 ένθετο από φίλντισι (ρατενζάικου)
つぶ

ουσιαστικό

  1. 01 κηρύκιο (ιδίως του γένους Neptunea και Buccinum)
  2. 02 μικρό σαλιγκάρι με σπειροειδές κέλυφος (ιδίως το σαλιγκάρι της λίμνης)
螺線 らせん

ουσιαστικό

  1. 01 έλικα
  2. 02 σπείρα
螺旋推進器 らせんすいしんき

ουσιαστικό

  1. 01 έλικα πλοίου, προπέλα
螺子プロペラ ねじプロペラ

ουσιαστικό

  1. 01 προπέλα πλοίου
螺子ポンプ ねじポンプ

ουσιαστικό

  1. 01 κοχλιοφόρος αντλία
螺旋水揚げ機 らせんみずあげき

ουσιαστικό

  1. 01 κοχλιοφόρος αντλία
螺線面 らせんめん

ουσιαστικό

  1. 01 ελικοειδής επιφάνεια
螺旋体 らせんたい

ουσιαστικό

  1. 01 σπειροειδές σχήμα, ελικοειδές σχήμα, έλικα
螺髪 らほつ

ουσιαστικό

  1. 01 σπειροειδής μπούκλα στο κεφάλι αγάλματος (συμβολική της φώτισης)
  1. 01 μικρό, βρώσιμο, ελικοειδές μαλάκιο γλυκού νερού