4 αποτελέσματα για «蟄»

蟄居 ちっきょ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εγκλεισμός στο σπίτι, παραμονή σε εσωτερικό χώρο, απομονωμένη διαβίωση
  2. 02 κατ' οίκον περιορισμός (ποινή της περιόδου Έντο)
蟄伏 ちっぷく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 χειμερία νάρκη, παραμονή στο σπίτι ή σε έναν τόπο
蟄居閉門 ちっきょへいもん

ουσιαστικό

  1. 01 κατ' οίκον περιορισμός, εγκλεισμός στην οικία
  1. 01 χειμερία νάρκη εντόμων