7 αποτελέσματα για «蟠»

蟠る わだかまる

ρήμα

  1. 01 φωλιάζω (για αρνητικά συναισθήματα ή σκέψεις), ριζώνω στο μυαλό κάποιου, παραμονεύω
  2. 02 κουλουριάζομαι, τυλίγομαι γύρω από κάτι
  3. 03 μπλέκομαι (για παράδειγμα, ρίζες)
蟠り わだかまり

ουσιαστικό

  1. 01 κακό συναίσθημα, έννοια, δυσαρέσκεια, κακία, αίσθημα δυσφορίας, ανικανοποίητο, επιφύλαξη
蟠踞 ばんきょ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εδραιώνομαι σταθερά, ριζώνω βαθιά
  2. 02 ασκώ εξουσία, κυριαρχώ, επιβάλλω την κυριαρχία μου
  3. 03 κάθομαι κουλουριασμένος
蟠桃 ばんとう

ουσιαστικό

  1. 01 πλατύροδο (Amygdalus persica var. compressa), ροδάκινο UFO, πλακέ ροδάκινο, ροδάκινο παν τάο, ροδάκινο Σατούρν, ροδάκινο σε σχήμα πιατάκι
蟠龍 はんりょう

ουσιαστικό

  1. 01 τυλιγμένος δράκος, δράκος κουλουριασμένος στη γη που δεν έχει ακόμα ανέλθει στον ουρανό
蟠りなく わだかまりなく

επίρρημα

  1. 01 χωρίς κακία, ειλικρινά, χωρίς επιφυλάξεις
  1. 01 τυλιγμένος