7 αποτελέσματα για «蠱»

蠱惑的 こわくてき

επίθετο

  1. 01 γοητευτικός, ελκυστικός
蠱毒 こどく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 δηλητηρίαση κάποιου
蠱惑 こわく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 γοητεία, σαγήνη, μαγεία, πειρασμός
まじ

ουσιαστικό

  1. 01 γοητευμένος και καταραμένος
  2. 02 κάτι που προκαλεί σύγχυση, κάτι που οδηγεί σε πλάνη, το έργο δαιμόνων
蠱物 まじもの

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 γοητευμένος και καταραμένος
  2. 02 κάτι που προκαλεί σύγχυση, κάτι που παραπλανά, έργο δαιμόνων
蠱る まじこる

ρήμα

  1. 01 παρασύρομαι από κάτι κακό, κερδίζομαι από κάτι κακό
  1. 01 σκουλήκι ρυζιού
  2. 02 παραπλανώ