9 αποτελέσματα για «衒»
衒い てらい
ουσιαστικό
- 01 υποκρισία, επιτήδευση
衒学 げんがく
ουσιαστικό
- 01 σχολαστικισμός, επίδειξη γνώσεων
衒気 げんき
ουσιαστικό
- 01 επίδειξη, επιτήδευση, ματαιοδοξία
衒う てらう
ρήμα
- 01 επιδεικνύω, προβάλλω, προσποιούμαι
衒学的 げんがくてき
επίθετο
- 01 σχολαστικός, σχοινοτενής
衒学趣味 げんがくしゅみ
ουσιαστικό
- 01 σχολαστικισμός, επίδειξη γνώσεων, σχολαστική διάθεση
衒学者 げんがくしゃ
ουσιαστικό
- 01 σχολαστικός, βιβλιοφάγος
衒耀 げんよう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ψευδής λάμψη, επίπλαστη χλιδή
衒
- 01 επιδεικνύομαι
- 02 επιδεικνύω
- 03 προσποιούμαι