5 αποτελέσματα για «衿»
衿下 えりした
ουσιαστικό
- 01 το τμήμα του υφάσματος μεταξύ του γιακά και του κάτω στριφώματος σε ένα κιμονό, γιουκάτα κ.λπ.
衿先 えりさき
ουσιαστικό
- 01 άκρες του γιακά, μύτη του γιακά
衿裏 えりうら
ουσιαστικό
- 01 φόδρα γιακά
衿芯 えりしん
ουσιαστικό
- 01 ενίσχυση γιακά (άκαμπτο ύφασμα κ.λπ. μέσα σε γιακά)
衿
- 01 λαιμός
- 02 γιακάς
- 03 πέτο