7 αποτελέσματα για «袂»
袂 たもと
ουσιαστικό
- 01 μανίκι (κυρίως κιμονό), τσέπη μανικιού
- 02 κοντινή περιοχή (κυρίως γέφυρας), πρόσβαση, πλευρά
- 03 πρόποδες βουνού, βάση βουνού
袂を分かつ たもとをわかつ
άλλο, ρήμα
- 01 χωρίζω, διακόπτω τις σχέσεις, έρχομαι σε ρήξη
袂を連ねる たもとをつらねる
άλλο, ρήμα
- 01 ενεργώ από κοινού, ενεργώ μαζικά
袂を絞る たもとをしぼる
άλλο, ρήμα
- 01 χυύνω άφθονα δάκρυα, κλαίω, σφίγγω το μανίκι μου (το οποίο έχει βραχεί από τα δάκρυα)
袂の露 たもとのつゆ
άλλο, ουσιαστικό
- 01 δάκρυα στα μανίκια (του κιμονό), άφθονο κλάμα
袂糞 たもとくそ
ουσιαστικό
- 01 σκόνη ή υπολείμματα που συσσωρεύονται στο κάτω μέρος των μανικιών (ειδικά στην παραδοσιακή ιαπωνική ενδυμασία)
袂
- 01 μανίκι
- 02 βάση (λόφου)
- 03 άκρη