6 αποτελέσματα για «裳»
裳 も
ουσιαστικό
- 01 παραδοσιακή φούστα
裳 チマ
ουσιαστικό
- 01 τσίμα, μακριά φούστα που φορούν παραδοσιακά οι Κορεάτισσες
裳裾 もすそ
ουσιαστικό
- 01 ρεβέρ παντελονιού, στρίφωμα φούστας, ουρά φορέματος, πρόποδες βουνού
裳着 もぎ
ουσιαστικό
- 01 τελετή ενηλικίωσης κοριτσιών κατά την περίοδο Χεϊάν
裳階 もこし
ουσιαστικό
- 01 προστεγασμένο υπόστεγο (κάτω από την πραγματική στέγη μιας παγόδας κ.λπ.)
裳
- 01 φούστα