6 αποτελέσματα για «褄»
褄 つま
ουσιαστικό
- 01 ποδιά (ενός κιμονό), στρίφωμα (ενός κιμονό)
褄黒横這 つまぐろよこばい
ουσιαστικό
- 01 πράσινος τζιτζικαλάς του ρυζιού (νεφοτέτικς σινκτίσεπς)
褄赤雀蜂 つまあかすずめばち
ουσιαστικό
- 01 ασιατική σφήκα (Vespa velutina), ασιατική αρπακτική σφήκα
褄取り つまどり
ουσιαστικό
- 01 πίσω δόντι πέδιλου πατινάζ
褄黒大横這い つまぐろおおよこばい
ουσιαστικό
- 01 Μποθρογκόνια φερουγκίνεα, είδος τζιτζικιού των φύλλων
褄
- 01 φούστα
- 02 χαρακτήρας κοκούτζι