133 αποτελέσματα για «複»
複雑 ふくざつ N4
επίθετο, ουσιαστικό
- 01 πολύπλοκος, περίπλοκος, δαιδαλώδης, μικτός (για συναισθήματα)
複数 ふくすう N2
ουσιαστικό
- 01 πληθυντικός, πολλαπλός
- 02 πληθυντικός αριθμός
複製 ふくせい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αναπαραγωγή, αντιγραφή, ανατύπωση
複合 ふくごう N1
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 σύνθετος, συνδυασμένος, πολύπλοκος
複雑怪奇 ふくざつかいき
επίθετο, ουσιαστικό
- 01 πολύπλοκος και μυστηριώδης
複雑さ ふくざつさ
ουσιαστικό
- 01 πολυπλοκότητα
複写 ふくしゃ N2
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αντιγραφή, αναπαραγωγή, αντίγραφο
複数回 ふくすうかい
ουσιαστικό, επίρρημα
- 01 πολλές φορές, αρκετές φορές
複雑化 ふくざつか
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 περιπλοκή
複眼 ふくがん
ουσιαστικό
- 01 σύνθετος οφθαλμός
複 ふく
πρόθημα, ουσιαστικό
- 01 σύνθετος, πολυ-, επανα-, δι-
- 02 διπλό (αντισφαίριση, αντιπτέριση κ.λπ.)
- 03 στοίχημα θέσης (στις ιπποδρομίες κ.λπ.), στοίχημα πρόβλεψης τερματισμού στην πρώτη δυάδα ή τριάδα (ανάλογα με τον αριθμό των αλόγων κ.λπ. στην κούρσα)
複雑骨折 ふくざつこっせつ
ουσιαστικό
- 01 ανοικτό κάταγμα, σύνθετο κάταγμα
複数形 ふくすうけい
ουσιαστικό
- 01 πληθυντικός αριθμός
複製品 ふくせいひん
ουσιαστικό
- 01 αντίγραφο, αναπαραγωγή, ρέπλικα, φαξ
複数個 ふくすうこ
ουσιαστικό
- 01 πλήθος, μεγάλος αριθμός
複合体 ふくごうたい
ουσιαστικό
- 01 σύμπλεγμα, σύνθετο
複座 ふくざ
ουσιαστικό
- 01 διθέσιος (π.χ. αεροσκάφος)
複合企業 ふくごうきぎょう
ουσιαστικό
- 01 συγκρότημα επιχειρήσεων, όμιλος εταιρειών που διοικούνται ως ενιαίος οργανισμός
複素数 ふくそすう
ουσιαστικό
- 01 μιγαδικός αριθμός
複層 ふくそう
ουσιαστικό
- 01 πολυστρωματικός, πολυεπίπεδος, πολυώροφος