6 αποτελέσματα για «褥»

しとね

ουσιαστικό

  1. 01 μαξιλάρι, στρώμα
褥瘡 じょくそう

ουσιαστικό

  1. 01 κατάκλιση, έλκος πίεσης
褥婦 じょくふ

ουσιαστικό

  1. 01 λεχωίδα, γυναίκα που μόλις έχει γεννήσει
褥傷 じょくしょう

ουσιαστικό

  1. 01 κατάκλιση
褥草 じょくそう

ουσιαστικό

  1. 01 άχυρο ή σανός (στρωμένο σε στάβλους για τα ζώα)
  1. 01 μαξιλάρι
  2. 02 στρώμα
  3. 03 στρωσίδια