3 αποτελέσματα για «褪»

褪せる あせる

ρήμα

  1. 01 ξεθωριάζω, χάνω το χρώμα μου
  2. 02 ατονώ, ξεθωριάζω (π.χ. για μια ανάμνηση)
褪める さめる

ρήμα

  1. 01 ξεθωριάζω, χάνω το χρώμα μου, αποχρωματίζομαι
  1. 01 ξεθωριάζω, ξεβάφω, σβήνω
  2. 02 αποχρωματίζω, ξεθωριάζω