3 αποτελέσματα για «褶»

褶曲 しゅうきょく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κάμψη, πτυχή (γεωλογική)
褶襞 しゅうへき

ουσιαστικό

  1. 01 πτυχώσεις (π.χ. σε βουνό)
  1. 01 πτυχή