Ευρετήριο
Σχετικά
Ευρετήριο
Σχετικά
4 αποτελέσματα για «褻»
褻
け
ουσιαστικό
01
κοσμικός, καθημερινός, συνηθισμένος
褻涜
せっとく
ουσιαστικό, ρήμα
01
βεβήλωση, καταπάτηση ιερού αντικειμένου
褻にも晴れにも
けにもはれにも
άλλο
01
σε καθημερινές και σε επίσημες περιστάσεις, σε κάθε περίσταση, κάθε στιγμή
褻
01
βρόμικος