5 αποτελέσματα για «襖»

襖 ふすま N2

ουσιαστικό

  1. 01 φουσούμα, ιαπωνικό συρόμενο παραβάν
襖 あお

ουσιαστικό

  1. 01 καθημερινό ένδυμα που φορούσαν οι άνδρες στην αρχαία Ιαπωνία
襖越し ふすまごし

ουσιαστικό

  1. 01 μέσα από συρόμενο ιαπωνικό παραβάν
襖絵 ふすまえ

ουσιαστικό

  1. 01 ζωγραφιές ή πίνακες που απεικονίζονται πάνω σε φουσούμα
襖
  1. 01 συρόμενη αδιαφανής πόρτα