26 αποτελέσματα για «襟»

えり N1

ουσιαστικό

  1. 01 γιακάς, πέτο, περιλαίμιο, λαιμός
  2. 02 σβέρκος, αυχένας
襟元 えりもと

ουσιαστικό

  1. 01 περιοχή του λαιμού, αυχένας
  2. 02 γιακάς (στο μπροστινό μέρος παλτού, κιμονό κ.λπ.), περιοχή του γιακά
襟首 えりくび

ουσιαστικό

  1. 01 αυχένας
襟首を掴む えりくびをつかむ

άλλο, ρήμα

  1. 01 αρπάζω κάποιον από τον γιακά, πιάνω κάποιον από τον σβέρκο
襟足 えりあし

ουσιαστικό

  1. 01 γραμμή των μαλλιών στον αυχένα, αυχένας
襟を正す えりをただす

άλλο, ρήμα

  1. 01 ισιώνω τον γιακά μου, τακτοποιώ τα ρούχα και τη στάση του σώματός μου, υιοθετώ μια πιο σοβαρή στάση
襟ぐり えりぐり

ουσιαστικό

  1. 01 λαιμόκοψη (ρούχου, κ.λπ.)
襟巻き えりまき

ουσιαστικό

  1. 01 κασκόλ (κυρίως αυτό που φοριέται για ζεστασιά), λαιμοδέτης
襟章 えりしょう

ουσιαστικό

  1. 01 σήμα πέτου, έμβλημα γιακά
襟付き えりつき

ουσιαστικό

  1. 01 γιακαδάτος, που διαθέτει γιακά
  2. 02 εμφάνιση του γιακά όταν κάποιος φοράει πολλά κιμονό
  3. 03 οικονομική κατάσταση, τρόπος ζωής
襟飾り えりかざり

ουσιαστικό

  1. 01 κόσμημα που φοριέται στον λαιμό ή στο γιακά δυτικού τύπου ενδυμασίας (καρφίτσα, περιδέραιο, τσόκερ κ.λπ.)
  2. 02 γραβάτα
襟髪 えりがみ

ουσιαστικό

  1. 01 αυχένας, σβέρκος
襟度 きんど

ουσιαστικό

  1. 01 μεγαλοψυχία, γενναιοδωρία, φιλόξενη προσωπικότητα
襟白粉 えりおしろい

ουσιαστικό

  1. 01 λευκή πούδρα για χρήση στον λαιμό (π.χ. από γκέισες)
襟回り えりまわり

ουσιαστικό

  1. 01 γιακάς, περιοχή γύρω από τον γιακά
  2. 02 αριστερόστροφα (όταν κάποιος κάθεται σε κύκλο)
襟腰 えりこし

ουσιαστικό

  1. 01 ύψος του γιακά
襟替え えりがえ

ουσιαστικό

  1. 01 τελετή κατά την οποία η μαθητευόμενη γκέισα γίνεται επαγγελματίας γκέισα (που χαρακτηρίζεται από την αλλαγή του γιακά στο κιμονό)
襟懐 きんかい

ουσιαστικό

  1. 01 ενδόμυχες σκέψεις, αισθήματα
襟巻蜥蜴 えりまきとかげ

ουσιαστικό

  1. 01 σαύρα με πτυχωτό λαιμό (Chlamydosaurus kingii), σαύρα με κολάρο
襟巻鷸 えりまきしぎ

ουσιαστικό

  1. 01 μαχητής (είδος αμμοπούλιου, Philomachus pugnax)