16 αποτελέσματα για «覇»

覇気 はき

ουσιαστικό

  1. 01 πνεύμα, ορμή, ζωντάνια, σφρίγος
  2. 02 φιλοδοξία, επιδίωξη
覇者 はしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 υπέρτατος άρχοντας, κατακτητής
  2. 02 πρωταθλητής, νικητής, κάτοχος τίτλου

ουσιαστικό

  1. 01 κυριαρχία (επί ενός έθνους), ηγεμονία, επικράτηση, ηγεσία
  2. 02 πρωτάθλημα, νίκη
覇王 はおう

ουσιαστικό

  1. 01 ανώτατος κυρίαρχος, αυταρχικός ηγέτης, δυνάστης, μέγας βασιλιάς
覇権 はけん

ουσιαστικό

  1. 01 ηγεμονία
覇道 はどう

ουσιαστικό

  1. 01 διακυβέρνηση με στρατιωτική βία, στρατιωτική κυριαρχία
  2. 02 ο δρόμος του κατακτητή, η πορεία προς την κυριαρχία
覇を唱える はをとなえる

άλλο, ρήμα

  1. 01 επιβάλλω την κυριαρχία μου, αναλαμβάνω την ηγεσία (ηγεμονία), κυριαρχώ
覇業 はぎょう

ουσιαστικό

  1. 01 κυριαρχία
  2. 02 υπεροχή
覇権争い はけんあらそい

ουσιαστικό

  1. 01 διεκδίκηση ηγεμονίας, αγώνας για την εξουσία
覇権主義 はけんしゅぎ

ουσιαστικό

  1. 01 ηγεμονισμός
覇王樹 サボテン

ουσιαστικό

  1. 01 κάκτος
覇王樹 はおうじゅ

ουσιαστικό

  1. 01 κάκτος
覇権安定論 はけんあんていろん

ουσιαστικό

  1. 01 θεωρία της ηγεμονικής σταθερότητας
覇王竜 はおうりゅう

ουσιαστικό

  1. 01 τυραννόσαυρος ο ρεξ
覇下 はか

ουσιαστικό

  1. 01 μπάσια (μυθικός κινέζικος δράκος)
  1. 01 ηγεμονία
  2. 02 υπεροχή, κυριαρχία
  3. 03 ηγεσία
  4. 04 πρωταθλητής