155 αποτελέσματα για «角»

かど N5

ουσιαστικό

  1. 01 γωνία, άκρη
  2. 02 γωνία δρόμου, στροφή
  3. 03 αιχμηρότητα (χαρακτήρα, λόγου), τραχύτητα, σκληρότητα, οξύτητα
角度 かくど N2

ουσιαστικό

  1. 01 γωνία
かく N3

ουσιαστικό

  1. 01 γωνία
  2. 02 τετράγωνο, κύβος
  3. 03 αξιωματικός (στο σκάκι)
  4. 04 τρίτη βαθμίδα (της ιαπωνικής και κινεζικής πεντατονικής κλίμακας)
  5. 05 κινεζικός αστερισμός «κέρας» (ένας από τους 28 οίκους)
  6. 06 τζιάο (νομισματική μονάδα της Κίνας, το ένα δέκατο του γουάν)
角砂糖 かくざとう

ουσιαστικό

  1. 01 ζάχαρη σε κύβους, κύβος ζάχαρης
角が立つ かどがたつ

άλλο, ρήμα

  1. 01 προκαλώ παρεξηγήσεις, δημιουργώ δυσάρεστο κλίμα
つの N1

ουσιαστικό

  1. 01 κέρατο
  2. 02 κεραία, αισθητήριο όργανο (π.χ. σαλιγκαριού)
  3. 03 κερατοειδής προεξοχή (π.χ. κορυφές σαντιγί)
角材 かくざい

ουσιαστικό

  1. 01 τετραγωνισμένη ξυλεία, ορθογώνια δοκός
角張る かどばる

ρήμα

  1. 01 είμαι γωνιώδης, προεξέχω, είμαι μυτερός, είμαι κοφτερός, είμαι οδοντωτός, είμαι τραχύς
  2. 02 είμαι επίσημος, είμαι άκαμπτος, είμαι τυπικός
角笛 つのぶえ

ουσιαστικό

  1. 01 κέρας (μουσικό όργανο, κατασκευασμένο από κέρατο ζώου), σάλπιγγα, κυνηγετικό κέρας
角を生やす つのをはやす

άλλο, ρήμα

  1. 01 ζηλεύω, βγάζω κέρατα
角部屋 かどべや

ουσιαστικό

  1. 01 γωνιακό δωμάτιο, γωνιακό διαμέρισμα
角刈り かくがり

ουσιαστικό

  1. 01 στρατιωτικό κούρεμα
角力 かくりょく

ουσιαστικό

  1. 01 σύγκριση δυνάμεων, διαγωνισμός ισχύος
  2. 02 σούμο (πάλη)
角煮 かくに

ουσιαστικό

  1. 01 βραστό κρέας ή ψάρι σε κύβους (κυρίως πανσέτα χοιρινή ή τόνος)
角のある かどのある

άλλο

  1. 01 γωνιώδης
角のある つののある

άλλο

  1. 01 κερασφόρος
角灯 かくとう

ουσιαστικό

  1. 01 τετράγωνο χειροκίνητο φανάρι
角膜 かくまく

ουσιαστικό

  1. 01 κερατοειδής χιτώνας
角切り かくぎり

ουσιαστικό

  1. 01 τεμαχισμένος σε κύβους, κομμένος σε κυβάκια
角柱 かくちゅう

ουσιαστικό

  1. 01 πρίσμα
  2. 02 πολυγωνική (ειδικότερα τετράγωνη) κολόνα
  3. 03 μπαμπού