38 αποτελέσματα για «訓»

訓練 くんれん N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εκπαίδευση, άσκηση, εξάσκηση, πειθαρχία
訓練場 くんれんじょう

ουσιαστικό

  1. 01 πεδίο εκπαίδευσης, χώρος εξάσκησης, εκπαιδευτήριο
訓練所 くんれんじょ

ουσιαστικό

  1. 01 εκπαιδευτικό κέντρο, σχολή εκπαίδευσης
くん N3

ουσιαστικό, επίθημα

  1. 01 εγχώρια ιαπωνική ανάγνωση κινεζικού χαρακτήρα (κουν-γιόμι)
  2. 02 δίδαγμα, μάθημα, διδασκαλία κάποιου
訓練生 くんれんせい

ουσιαστικό

  1. 01 εκπαιδευόμενος
訓示 くんじ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 οδηγία, κατεύθυνση, ενημέρωση
訓戒 くんかい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προειδοποίηση, επίπληξη, μάθημα ή φράση που διδάσκει κάποιον να μην πράττει κάτι
訓辞 くんじ

ουσιαστικό

  1. 01 νουθετήσιμος λόγος, διδακτική ομιλία (π.χ. προς μαθητές)
訓令 くんれい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 οδηγία, διαταγή
訓話 くんわ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ηθικός λόγος, повчительная διάλεξη, διδακτική ομιλία, υπόδειγμα, μύθος
訓導 くんどう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διδασκαλία, καθοδήγηση, εποπτεία
  2. 02 πιστοποιημένος δάσκαλος δημοτικού σχολείου
訓告 くんこく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επίπληξη, παρατήρηση
訓育 くんいく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διαπαιδαγώγηση, πειθαρχία
訓読み くんよみ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κουνγιόμι, ιαπωνική ανάγνωση κινεζικού χαρακτήρα
訓練機 くんれんき

ουσιαστικό

  1. 01 εκπαιδευτικό αεροσκάφος
訓諭 くんゆ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 νουθεσία, προειδοποίηση
訓詁 くんこ

ουσιαστικό

  1. 01 ερμηνεία, εξηγητική ανάλυση
訓言 くんげん

ουσιαστικό

  1. 01 νουθετικός λόγος, λόγια συμβουλής
訓ずる くんずる

ρήμα

  1. 01 διαβάζω ένα κάντζι χρησιμοποιώντας την ιθαγενή ιαπωνική προφορά του
訓読 くんどく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κουνγιόμι (η εγχώρια ιαπωνική ανάγνωση ενός κάντζι)
  2. 02 ανάγνωση κινεζικού κειμένου (καμπούν) στα ιαπωνικά