8 αποτελέσματα για «訛»
訛り なまり
ουσιαστικό
- 01 προφορά (συγκεκριμένης περιοχής)
- 02 διάλεκτος, ιδίωμα, τοπική λαλιά
- 03 αλλοιωμένη μορφή (π.χ. λέξης), εσφαλμένη προφορά
訛る なまる
ρήμα
- 01 μιλώ με προφορά, προφέρω λανθασμένα
- 02 αλλοιώνομαι (για λέξη)
訛伝 かでん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 εσφαλμένη αναφορά, παρερμηνεία
訛言 かげん
ουσιαστικό
- 01 μη πρότυπη προφορά, διάλεκτος
- 02 εσφαλμένη φήμη, αβάσιμο κουτσομπολιό
訛音 かおん
ουσιαστικό
- 01 προφορά
訛語 かご
ουσιαστικό
- 01 μη πρότυπη προφορά
訛称 かしょう
ουσιαστικό
- 01 αλλοίωση (λέξης ή έκφρασης), αλλοιωμένος τύπος
訛
- 01 προφορά
- 02 διάλεκτος