3 αποτελέσματα για «訟»

訟務部 しょうむぶ

ουσιαστικό

  1. 01 νομικό τμήμα (του υπουργείου δικαιοσύνης)
訟務 しょうむ

ουσιαστικό

  1. 01 δικαστικός αγώνας, δικαστική διαμάχη
  1. 01 μηνύω
  2. 02 κατηγορώ