3 αποτελέσματα για «訥»

訥々 とつとつ

άλλο, επίρρημα

  1. 01 διστακτικός (λόγος), τραυλός, λαχανιασμένος
訥弁 とつべん

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 βραδυγλωσσία, αμηχανία στον λόγο
  1. 01 τραυλίζω