34 αποτελέσματα για «訪»
訪れる おとずれる N1
ρήμα
- 01 επισκέπτομαι
- 02 φτάνω, έρχομαι, εμφανίζομαι (για εποχή, κατάσταση κ.λπ.)
訪ねる たずねる N4
ρήμα
- 01 επισκέπτομαι, κάνω επίσκεψη
訪問 ほうもん N3
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 επίσκεψη
訪れ おとずれ
ουσιαστικό
- 01 επίσκεψη
- 02 άφιξη (π.χ. της άνοιξης), έλευση, ερχομός, εμφάνιση
- 03 νέα, ειδήσεις, μήνυμα
訪問者 ほうもんしゃ
ουσιαστικό
- 01 επισκέπτης
訪問客 ほうもんきゃく
ουσιαστικό
- 01 επισκέπτης, καλεσμένος
訪う おとなう
ρήμα
- 01 επισκέπτομαι, πηγαίνω σε κάποιον
- 02 παράγω ήχο, κάνω θόρυβο
訪問先 ほうもんさき
ουσιαστικό
- 01 προορισμός, τόπος επίσκεψης
訪問販売 ほうもんはんばい
ουσιαστικό
- 01 πωλήσεις κατ' οίκον
訪客 ほうきゃく
ουσιαστικό
- 01 επισκέπτης, φιλοξενούμενος
訪日 ほうにち
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 επίσκεψη στην Ιαπωνία
訪問着 ほうもんぎ
ουσιαστικό
- 01 ημίεπίσημο κιμονό για γυναίκες, επίσημο ένδυμα για επισκέψεις
訪米 ほうべい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 επίσκεψη στις Ηνωμένες Πολιτείες
訪問介護 ほうもんかいご
ουσιαστικό
- 01 κατ' οίκον φροντίδα, κατ' οίκον νοσηλεία
訪問地 ほうもんち
ουσιαστικό
- 01 ενδιάμεση στάση (σε ένα ταξίδι), προορισμός
訪問看護 ほうもんかんご
ουσιαστικό
- 01 νοσηλεία κατ' οίκον, κατ' οίκον φροντίδα
訪朝 ほうちょう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 επίσκεψη στη Βόρεια Κορέα
訪中 ほうちゅう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 επίσκεψη στην Κίνα
訪欧 ほうおう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 επίσκεψη στην Ευρώπη
訪日外国人旅行者 ほうにちがいこくじんりょこうしゃ
ουσιαστικό
- 01 ξένος επισκέπτης στην Ιαπωνία