38 αποτελέσματα για «許»
許り ばかり
μόριο
- 01 μόνο, αποκλειστικά, τίποτα άλλο εκτός από, όχι παραπάνω από
- 02 περίπου, κατά προσέγγιση
- 03 μόλις (τελειωμένο, κτλ.)
- 04 σαν να, έτοιμος να, πρόκειται να, στο σημείο του να
- 05 δηλώνει έμφαση
- 06 πάντα, συνεχώς
許す ゆるす N3
ρήμα
- 01 επιτρέπω, επιδοκιμάζω, εγκρίνω, συγκατατίθεμαι
- 02 συγχωρώ, ανέχομαι
- 03 απαλλάσσω, χαρίζω, αφήνω
- 04 αναγνωρίζω, παραδέχομαι
- 05 εμπιστεύομαι, χαλαρώνω την άμυνά μου
- 06 παραχωρώ, υποχωρώ, χάνω (πόντους σε παιχνίδι, απόσταση σε αγώνα κ.λπ.)
許可 きょか N3
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 άδεια, έγκριση, εξουσιοδότηση
許し ゆるし
ουσιαστικό
- 01 συγχώρεση, άφεση, απαλλαγή, άδεια
許し ばかし
μόριο
- 01 περίπου, κατά προσέγγιση
- 02 μόνο, αποκλειστικά
- 03 μόλις
許りか ばかりか
μόριο
- 01 όχι μόνο
許容 きょよう N1
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 άδεια, έγκριση, αποδοχή, ανοχή, συγχώρεση
許可が出る きょかがでる
άλλο, ρήμα
- 01 παίρνω άδεια, λαμβάνω έγκριση, παίρνω το πράσινο φως
許嫁 いいなずけ
ουσιαστικό
- 01 μνηστήρας, μνηστή
許容範囲 きょようはんい
ουσιαστικό
- 01 επίπεδο ανοχής, επιτρεπτό εύρος, αποδεκτά όρια
許可証 きょかしょう
ουσιαστικό
- 01 άδεια, πιστοποιητικό, άδεια λειτουργίας
許しを請う ゆるしをこう
άλλο, ρήμα
- 01 ζητώ συγχώρεση, παρακαλώ για τη συγγνώμη κάποιου, ζητώ άδεια
許容量 きょようりょう
ουσιαστικό
- 01 μέγιστο επιτρεπτό επίπεδο ή δοσολογία
許すまじ ゆるすまじ
άλλο
- 01 ασυγχώρητος, αδικαιολόγητος, ανεπίτρεπτος
許可を与える きょかをあたえる
άλλο, ρήμα
- 01 παρέχω άδεια, δίνω έγκριση
許諾 きょだく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 συγκατάθεση, συμφωνία, έγκριση, άδεια
許しがたい ゆるしがたい
επίθετο
- 01 ασυγχώρητος, ανυπόφορος, αδικαιολόγητος, ασυγχώρητος
許可書 きょかしょ
ουσιαστικό
- 01 άδεια, έγγραφη έγκριση
許可制 きょかせい
ουσιαστικό
- 01 σύστημα αδειών, σύστημα έγκρισης
許認可 きょにんか
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 έγκριση και εξουσιοδότηση, άδειες και πιστοποιήσεις