35 αποτελέσματα για «診»
診断 しんだん N2
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 διάγνωση, ιατρική εξέταση
診察 しんさつ N3
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ιατρική εξέταση, έλεγχος, επίσκεψη στον γιατρό
診る みる N3
ρήμα
- 01 εξετάζω ιατρικά, παρατηρώ, ελέγχω (σφυγμό ασθενούς)
診療所 しんりょうじょ
ουσιαστικό
- 01 ιατρείο, κλινική, αναρρωτήριο
診療 しんりょう N1
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 διάγνωση και θεραπεία, ιατρική περίθαλψη
診察室 しんさつしつ
ουσιαστικό
- 01 αίθουσα εξέτασης, ιατρείο
診断書 しんだんしょ
ουσιαστικό
- 01 ιατρική γνωμάτευση
診察台 しんさつだい
ουσιαστικό
- 01 εξεταστικό κρεβάτι (σε ιατρείο)
診療時間 しんりょうじかん
ουσιαστικό
- 01 ώρες ιατρικής εξέτασης, ώρες λειτουργίας ιατρείου
診療科 しんりょうか
ουσιαστικό
- 01 νοσοκομειακό τμήμα, κλινική, ιατρική ειδικότητα
診察券 しんさつけん
ουσιαστικό
- 01 κάρτα ασθενούς
診療報酬 しんりょうほうしゅう
ουσιαστικό
- 01 αμοιβή για ιατρικές υπηρεσίες (σύστημα)
診察料 しんさつりょう
ουσιαστικό
- 01 αμοιβή ιατρικής επίσκεψης, ιατρική αμοιβή
診察所 しんさつしょ
ουσιαστικό
- 01 ιατρείο, κλινική (εξωτερικών ασθενών)
診断法 しんだんほう
ουσιαστικό
- 01 μέθοδος διάγνωσης
診察日 しんさつび
ουσιαστικό
- 01 ημέρα εξέτασης
診断医 しんだんい
ουσιαστικό
- 01 διαγνώστης ιατρός
診療費 しんりょうひ
ουσιαστικό
- 01 κόστος ιατρικής επίσκεψης
診療看護師 しんりょうかんごし
ουσιαστικό
- 01 νοσηλευτής με αυξημένες αρμοδιότητες
診断学 しんだんがく
ουσιαστικό
- 01 διαγνωστική