40 αποτελέσματα για «評»

評価 ひょうか N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποτίμηση, εκτίμηση, αξιολόγηση, βαθμολογία, κρίση
  2. 02 εκτίμηση, αναγνώριση, έπαινος, θετική αξιολόγηση
評判 ひょうばん N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 φήμη, δημόσια εκτίμηση, δημοτικότητα
  2. 02 φήμη (ως διάδοση), κουτσομπολιό, λόγος (π.χ. στην πόλη)
  3. 03 φήμη, δόξα, διαβόητο
評する ひょうする

ρήμα

  1. 01 αξιολογώ, εκτιμώ, σχολιάζω
評判になる ひょうばんになる

άλλο, ρήμα

  1. 01 γίνομαι θέμα συζήτησης, αποκτώ φήμη, τυγχάνω δημοσιότητας
評議会 ひょうぎかい

ουσιαστικό

  1. 01 συμβούλιο (συμβουλευτικό, γνωμοδοτικό), διοικητικό συμβούλιο
評論家 ひょうろんか

ουσιαστικό

  1. 01 κριτικός, αναθεωρητής, σχολιαστής
評論 ひょうろん N2

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κριτική, ανάλυση, ανασκόπηση, σχόλιο, κριτικό δοκίμιο
評定 ひょうてい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αξιολόγηση, βαθμολογία, αξιολόγηση επίδοσης
ひょう

ουσιαστικό

  1. 01 κριτική, σχολιασμός, αξιολόγηση
評議 ひょうぎ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διάσκεψη, συζήτηση
評議員 ひょうぎいん

ουσιαστικό

  1. 01 επίτροπος, σύμβουλος
評す ひょうす

ρήμα

  1. 01 αξιολογώ, εκτιμώ, σχολιάζω
評価基準 ひょうかきじゅん

ουσιαστικό

  1. 01 βάση αποτίμησης, κριτήριο αξιολόγησης
評判通り ひょうばんどおり

επίρρημα, ουσιαστικό

  1. 01 σύμφωνα με τη φήμη
評価額 ひょうかがく

ουσιαστικό

  1. 01 εκτιμώμενη αξία, αξία εκτίμησης
評決 ひょうけつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απόφαση, ετυμηγορία
評定 ひょうじょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συμβούλιο, διάσκεψη, διαβούλευση
評伝 ひょうでん

ουσιαστικό

  1. 01 κριτική βιογραφία
評点 ひょうてん

ουσιαστικό

  1. 01 σχόλια και βαθμολογία (σε εξετάσεις), αξιολόγηση
評言 ひょうげん

ουσιαστικό

  1. 01 σχόλιο, κριτική παρατήρηση