11 αποτελέσματα για «該»

該当 がいとう N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αντιστοιχώ, εφαρμόζομαι, ισχύω, είμαι σχετικός, εμπίπτω, πληρώ τις προϋποθέσεις, ικανοποιώ τις απαιτήσεις, είμαι επιλέξιμος
該当者 がいとうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 ενδιαφερόμενο πρόσωπο, κατάλληλο πρόσωπο, το πρόσωπο για το οποίο γίνεται λόγος, μέρος, διάδικος (νομικός όρος)
がい

πρόθημα

  1. 01 προαναφερόμενος, το εν λόγω θέμα
該当なし がいとうなし

άλλο

  1. 01 δεν εφαρμόζεται, μη εφαρμόσιμο
該博 がいはく

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 βάθος, ευρύτητα (γνώσης)
該博な知識 がいはくなちしき

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 βαθιά γνώση
該当事項 がいとうじこう

ουσιαστικό

  1. 01 σχετικά στοιχεία, εφαρμοστέα στοιχεία
該案 がいあん

ουσιαστικό

  1. 01 το εν λόγω προσχέδιο
該問題 がいもんだい

ουσιαστικό

  1. 01 το υπό εξέταση ζήτημα, το εν λόγω πρόβλημα
該氏 がいし

ουσιαστικό

  1. 01 ο εν λόγω άνθρωπος, το εν λόγω πρόσωπο
  1. 01 προαναφερθείς
  2. 02 εν λόγω
  3. 03 συγκεκριμένος