3 αποτελέσματα για «諍»

諍い いさかい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 καυγάς, διαμάχη, φιλονικία
諍う いさかう

ρήμα

  1. 01 καυγαδίζω, φιλονικώ
  1. 01 καβγάς