6 αποτελέσματα για «諧»
諧謔 かいぎゃく
ουσιαστικό
- 01 αστείο, ανέκδοτο, πείραγμα
諧調 かいちょう
ουσιαστικό
- 01 αρμονική μελωδία, αρμονία, ενότητα, ευφωνία
諧和 かいわ
ουσιαστικό
- 01 ευγενής αμοιβαία στοργή, αρμονία
- 02 αρμονία
諧謔を弄する かいぎゃくをろうする
άλλο, ρήμα
- 01 αστειεύομαι, λέω πλάκες
諧声 かいせい
ουσιαστικό
- 01 φωνητική αρμονία, εναρμονισμένη φωνή, εναρμονισμένες φωνές
- 02 φωνοσημαντικός χαρακτήρας, σημασιοφωνητικός χαρακτήρας, χαρακτήρας που αποτελείται από ένα φωνητικό και ένα σημασιολογικό στοιχείο
諧
- 01 αρμονία