9 αποτελέσματα για «諮»

諮る はかる N3

ρήμα

  1. 01 συμβουλεύομαι, συζητώ, διασκέπτομαι
諮問 しもん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διαβούλευση, ερώτημα, έρευνα, εξέταση
諮問機関 しもんきかん

ουσιαστικό

  1. 01 συμβουλευτικό σώμα, γνωμοδοτική επιτροπή, συμβουλευτικό όργανο
諮問委員会 しもんいいんかい

ουσιαστικό

  1. 01 συμβουλευτική επιτροπή (συμβούλιο, πάνελ)
諮詢 しじゅん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ερώτηση, διερεύνηση, έρευνα, διαβούλευση, αναζήτηση συμβουλής
諮議 しぎ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διαβούλευση, σύσκεψη
諮問事項 しもんじこう

ουσιαστικό

  1. 01 όροι εντολής
諮詢機関 しじゅんきかん

ουσιαστικό

  1. 01 συμβουλευτικό σώμα, συμβουλευτική επιτροπή, συμβουλευτικό όργανο
  1. 01 συμβουλεύομαι