8 αποτελέσματα για «諷»
諷する ふうする
ρήμα
- 01 υπονοώ, αφήνω να εννοηθεί, σατιρίζω
諷誦 ふうじゅ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 απαγγελία
諷諫 ふうかん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 έμμεση παρατήρηση, νουθεσία με υπαινιγμούς
諷詠 ふうえい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ποιητική σύνθεση
諷経 ふぎん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ψαλμωδία των σούτρα
諷喩 ふうゆ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 υπαινιγμός, υπόδειξη, έμμεση πρόταση, αλληγορία
諷歌 そえうた
ουσιαστικό
- 01 αλληγορική μορφή (του γουάκα)
諷
- 01 υπαινίσσομαι
- 02 σατιρίζω