6 αποτελέσματα για «謂»

謂れ いわれ

ουσιαστικό

  1. 01 αιτία, λόγος
  2. 02 ιστορία, προέλευση
いい

ουσιαστικό

  1. 01 αυτό που ειπώθηκε, αυτό που σημαίνει, προέλευση μιας ιστορίας (ή παράδοσης κ.λπ.)
謂れのない いわれのない

άλλο, επίθετο

  1. 01 αδικαιολόγητος, αβάσιμος, ατεκμηρίωτος, αναπόδεικτος
謂れ無い いわれない

επίθετο

  1. 01 αδικαιολόγητος, αβάσιμος, αναίτιος, ανυπόστατος
謂れ因縁 いわれいんねん

ουσιαστικό

  1. 01 προέλευση, ιστορικό
  1. 01 λόγος, αιτία
  2. 02 προέλευση, καταγωγή
  3. 03 ιστορία
  4. 04 προφορική παράδοση