13 αποτελέσματα για «謎»

なぞ N3

ουσιαστικό

  1. 01 αίνιγμα, γρίφος, μυστήριο
  2. 02 αινιγματικός, μυστηριώδης
謎を解く なぞをとく

άλλο, ρήμα

  1. 01 λύνω ένα μυστήριο
謎めく なぞめく

ρήμα

  1. 01 είμαι αινιγματικός, είμαι γρίφος, περιβάλλομαι από μυστήριο
謎解き なぞとき

ουσιαστικό

  1. 01 επίλυση γρίφου, εξιχνίαση μυστηρίου
謎かけ なぞかけ

ουσιαστικό

  1. 01 διατύπωση γρίφου
謎々 なぞなぞ

ουσιαστικό

  1. 01 γρίφος, αίνιγμα
謎仕様 なぞしよう

ουσιαστικό

  1. 01 μπερδεμένη διαμόρφωση, ακατανόητη μέθοδος
謎を掛ける なぞをかける

άλλο, ρήμα

  1. 01 θέτω αίνιγμα
  2. 02 δίνω υπόνοια, υπονοώ
謎い なぞい

επίθετο

  1. 01 αινιγματικός, μυστηριώδης, μπερδεμένος, ακατάληπτος, ασαφής
謎染め なぞぞめ

ουσιαστικό

  1. 01 τεχνική βαφής που ενσωματώνει κάποιον γρίφο
謎語 めいご

ουσιαστικό

  1. 01 μυστηριώδη λόγια, μπερδεμένα λόγια
謎めいた なぞめいた

άλλο

  1. 01 αινιγματικός, γριφώδης, μυστηριώδης, τυλιγμένος στο μυστήριο
  1. 01 αίνιγμα
  2. 02 γρίφος
  3. 03 αίνιγμα, μυστήριο
  4. 04 νύξη, υπόδειξη
  5. 05 συμβουλή, υπόδειξη